Στις 7 Σεπτεμβρίου 2020 έξι Πορτογάλοι πολίτες – τέσσερις ανήλικοι και δύο νέοι ενήλικες – κατέθεσαν προσφυγή ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κατά 33 χωρών μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα[1].

Οι προσφεύγοντες επικαλούνται ότι τα κράτη συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή, παραβιάζοντας τις υποχρεώσεις τους για την κλιματική ουδετερότητα και συμβάλλοντας – διά των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στις δικαιοδοσίες τους – στην αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας και στην εκδήλωση κυμάτων καύσωνα, τα οποία επηρεάζουν τις συνθήκες διαβίωσης και την υγεία.

Συγκεκριμένα, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι τα κράτη παραβιάζουν τα άρθρα 2 (δικαίωμα στη ζωή), 8 (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής) και 14 (απαγόρευση διακρίσεων ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και 8 της Συμφωνίας του Παρισιού, καθώς εξαιτίας της κλιματικής κρίσης τίθεται σε διακινδύνευση το δικαίωμά τους στη ζωή λόγω των εκτεταμένων δασικών πυρκαγιών καθώς και το δικαίωμά τους στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή, στο οποίο περιλαμβάνονται η σωματική και ψυχική υγεία, ενώ παράλληλα επισημαίνεται ότι το νεαρό της ηλικίας τους θα τους φέρει αντιμέτωπους με τα χειρότερα αποτελέσματα της κλιματικής αλλαγής στο μέλλον.

Ειδικότερα, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι οι δασικές πυρκαγιές που εκδηλώνονται στην Πορτογαλία κάθε χρόνο, και δη από το 2017 και εντεύθεν, συνιστούν άμεσο αποτέλεσμα της παγκόσμιας υπερθέρμανσης. Επικαλούνται αφενός προβλήματα υγείας που απέκτησαν κατά τη διάρκεια ή μετά τις πυρκαγιές, όπως αϋπνία, αλλεργίες, αναπνευστικά προβλήματα, τα οποία επιδεινώνονται από τις υψηλές θερμοκρασίες, και τονίζουν τον κίνδυνο εμφάνισης επιπλέον προβλημάτων υγείας στο μέλλον και αφετέρου το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της πλέον πρόσφατης πυρκαγιάς (σ.σ. πλέον συχνά οι πυρκαγιές εμφανίζονται περισσότερες από μία φορές το χρόνο στην Πορτογαλία) οι προσφεύγοντες αδυνατούσαν να περάσουν χρόνο σε εξωτερικούς χώρους, να παίξουν ή να ασκήσουν οποιαδήποτε σωματική δραστηριότητα, ενώ ακόμη και τα σχολεία είχαν κλείσει. Οι δε στάχτες από τις πυρκαγιές προκάλεσαν ζημίες και στις περιουσίες τους.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στα συναισθήματα αγωνίας που βίωσαν οι προσφεύγοντες αντικρίζοντας τις φυσικές καταστροφές από τις δασικές πυρκαγιές, οι οποίες έχουν προκαλέσει το θάνατο περισσότερων από εκατό ανθρώπων και ήδη έχουν εκδηλωθεί και στις γειτονιές των προσφευγόντων, καθιστώντας τους μάρτυρες τραγικών γεγονότων. Σε αυτό το πλαίσιο η αγωνία τους σχετίζεται και με την προοπτική του να ζήσουν στο μέλλον σε ένα ολοένα θερμότερο κλίμα, το οποίο θα επηρεάσει τόσο τους ίδιους όσο και τις οικογένειες που ίσως δημιουργήσουν.

Πέρα από τα παραπάνω, οι προσφεύγοντες επικαλούνται ότι εξαιτίας των κυμάτων καύσωνα αντιμετωπίζουν προβλήματα με την καλλιέργεια λαχανικών στον κήπο τους και τη λήψη νερού από το πηγάδι τους, ενώ οι δύο προσφεύγοντες που ζουν στη Λισαβόνα επικαλούνται ότι η εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής προκαλούνται πλέον πολύ ισχυρές καταιγίδες το χειμώνα, οι οποίες λόγω της εγγύτητας της κατοικίας τους με τη θάλασσα ενδέχεται να προκαλέσουν καταστροφές στην περιουσία τους.

Τα παράπονα των προσφευγόντων αφορούν στη μη συμμόρφωση των εναγόμενων κρατών στις θετικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν με τη Συμφωνία του Παρισιού του 2015 για το κλίμα και, συγκεκριμένα, στη δέσμευση του άρθρου 2 της Συμφωνίας για τη διατήρηση της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη σημαντικά κάτω των 2οC και στην ανάληψη δράσης για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας στον 1,5οC σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, υπό την έννοια ότι με τον τρόπο αυτό θα μειωνόταν σημαντικά ο κίνδυνος και οι συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Χαρακτηριστικά, αναφέρονται στη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων που φέρουν τα κράτη από τη Συμφωνία του Παρισιού, ειδικά υπό το φως των διεθνών κλιματικών Συνθηκών με τις οποίες αναλαμβάνουν την υποχρέωση να υιοθετήσουν μέτρα για τη ρύθμιση της συνεισφοράς τους στην κλιματική αλλαγή με ένα κατάλληλο τρόπο:

Α) διά της μείωσης των εκπομπών στο έδαφός τους και στα εδάφη που έχουν δικαιοδοσία,

Β) διά της απαγόρευσης εξόρυξης ορυκτών καυσίμων,

Γ) διά της αποζημίωσης για τις εκπομπές τους που προέρχονται από την εισαγωγή αγαθών,

Δ) διά του περιορισμού της έκλυσης εκπομπών στο εξωτερικό,

ενώ διευκρινίζουν ότι οι υποχρεώσεις αυτές εξακολουθούν να ισχύουν ακόμη και στην περίπτωση που οι συνεισφορές των κρατών μελών στην παγκόσμια υπερθέρμανση πραγματοποιούνται εκτός του εδάφους τους. Σύμφωνα δε με αυτές τις υποχρεώσεις τα κράτη πρέπει να εφαρμόσουν αποτελεσματικά μέτρα, η αξιολόγηση των οποίων θα βασίζεται στην ανάλυση του ρυθμού μείωσης των εκπομπών που επιτυγχάνεται κατά την εφαρμογή τους. Εν προκειμένω, δεδομένου ότι ο παγκόσμιος στόχος αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη ορίστηκε ως αύξηση 1,5 οC οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η συνεισφορά των κρατών είναι τόσο σημαντική για την επίτευξη του στόχου, ώστε τα μέτρα που θα ληφθούν από τα κράτη θα πρέπει να θεωρούνται μη επαρκή, έως ότου να αποδειχθεί το αντίθετο.

Περαιτέρω, οι προσφεύγοντες επικαλούνται παραβίαση του άρθρου 14 σε συνδυασμό με τα άρθρα 2 και/ή 8 της Συμφωνίας του Παρισιού, ισχυριζόμενοι ότι η παγκόσμια υπερθέρμανση επηρεάζει ακόμη περισσότερο τη δική τους γενιά σε σχέση με τις προηγούμενες, διότι λόγω της νεαρής ηλικίας τους, οι συνέπειες τυχόν κακής διαχείρισης θα είναι πιο απτές σε βάθος χρόνου, καθώς η επιδείνωση των κλιματικών συνθηκών θα συνεχίζεται.

Επιπλέον, ως προς τους ανήλικους προσφεύγοντες ζητείται η ερμηνεία των διατάξεων υπό το φως της Συνθήκης των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα του παιδιού σύμφωνα με την οποία οποιαδήποτε απόφαση θα πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπό το πρίσμα του υπέρτερου συμφέροντος του παιδιού, καθώς και επί τη βάσει της αρχής της δικαιοσύνης και της ισότητας μεταξύ των γενεών (intergenerational equity) σύμφωνα με την οποία η ανάπτυξη πρέπει να υλοποιείται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ικανοποιεί δίκαια τις ανάγκες για ανάπτυξη και το περιβάλλον για τις υφιστάμενες και μελλοντικές γενιές. Υποστηρίζουν δε ότι δεν υπάρχει αντικειμενική και εύλογη αιτιολόγηση για την επιβάρυνση των νεώτερων γενιών με το φορτίο της κλιματικής αλλαγής ως συνέπειας της λήψης μη επαρκών μέτρων για τη μείωση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης.

Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι μόνη η μη λήψη επαρκών μέτρων για τον περιορισμό των παγκόσμιων εκπομπών συνιστά αυτή καθεαυτή παραβίαση των θετικών υποχρεώσεων του κράτους και, επιπροσθέτως, ότι τα κράτη μέλη φέρουν από κοινού ευθύνη για την κλιματική αλλαγή και ότι η αβεβαιότητα ως προς το «δίκαιο μερίδιο» στη συνεισφορά μεταξύ των κρατών μελών μπορεί να λειτουργήσει μόνο υπέρ των προσφευγόντων.

Ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη για την πορεία της υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι στις 13 Οκτωβρίου 2020 ο Πρόεδρος του τέταρτου Τμήματος του ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι η προσφυγή έχει επείγοντα χαρακτήρα και χρήζει χειρισμού κατά προτεραιότητα σύμφωνα με το άρθρο 41 του Κανονισμού του ΕΔΔΑ και ήδη τα σχετικά ερωτήματα έχουν απευθυνθεί στα εναγόμενα κράτη.

Πρόκειται ίσως για την πιο σημαντική μέχρι σήμερα δικαστική υπόθεση για την κλιματική κρίση σε διεθνές επίπεδο, που θα απασχολεί την επικαιρότητα για τα επόμενα χρόνια. Ανεξάρτητα από την έκβασή της, η υπόθεση αυτή φέρνει στο προσκήνιο τα συλλογικά μας δικαιώματα απέναντι σε κράτη και εταιρείες και αναμένεται να έχει σημαντικές ωφέλειες  για τους κοινωνικούς αγώνες για την αποτροπή των χειρότερων εκδοχών της κλιματικής κρίσης.

[1] Οι εναγόμενες χώρες είναι: Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Ελβετία, Κύπρος, Τσεχία, Γερμανία, Δανία, Ισπανία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα, Κροατία, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Λετονία, Μάλτα, Ολλανδία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Ρωσία, Σλοβακία, Σλοβενία, Σουηδία, Τουρκία, Ουκρανία.


0 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.