Ελληνική νομοθεσία

Το πλαίσιο για την ενίσχυση της ετοιμότητας των Ευρωπαϊκών χωρών στην αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής τίθεται από την «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή» (“European Strategy on Adaptation to Climate Change”), η οποία υιοθετήθηκε το 2013. H στρατηγική προωθεί και συντονίζει δράσεις για την προσαρμογή στις ευρωπαϊκές χώρες, διασφαλίζοντας ότι ο παράγοντας της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή λαμβάνεται υπόψη σε κάθε συναφή τομέα πολιτικής. Οι κύριοι τομείς ενδιαφέροντος περιλαμβάνουν τους υδατικούς πόρους, τα οικοσυστήματα και τη βιοποικιλότητα, τα δάση, την ενέργεια καθώς και κοινωνικά ζητήματα. Στα πλαίσια της ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής σε εθνικό επίπεδο, έχει εκπονηθεί και εγκριθεί η Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΕΣΠΚΑ). διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του ΥΠΕΝ Η ΕΣΠΚΑ θέτει τους γενικούς στόχους, τις κατευθυντήριες αρχές και τα μέσα υλοποίησης μιας στρατηγικής προσαρμογής, σκοπεύοντας να κινητοποιήσει διαδικασίες σχεδιασμού και υλοποίησης των απαραίτητων μέτρων σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο. Η έγκριση της πρώτης ΕΣΠΚΑ πραγματοποιείται με τον νόμο 4414/16 (ΦΕΚ 149/Α/9.8.2016). Η ΕΣΠΚΑ δεν αναλύει σε βάθος τις αναγκαίες τομεακές πολιτικές, ούτε αποφαίνεται για τη σκοπιμότητα επιμέρους μέτρων και δράσεων προσαρμογής σε τοπικό/περιφερειακό επίπεδο και δεν επιχειρεί την ιεράρχηση των ενδεικτικά προτεινόμενων μέτρων και δράσεων. Η ΕΣΠΚΑ ορίζει ότι τα θέματα αυτά αποτελούν την ουσία των Περιφερειακών Σχεδίων Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ), τα οποία εξειδικεύουν τις κατευθύνσεις της, καθορίζοντας τις άμεσες προτεραιότητες προσαρμογής σε τοπικό επίπεδο. Για την εκπόνηση των ΠεΣΠΚΑ καθορίζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση η θεσμική κατοχύρωση των διαδικασιών εκπόνησης με τη θεσμοθέτηση των προδιαγραφών/ περιεχομένου των σχεδίων και των διαδικασιών έγκρισης, υλοποίησης και παρακολούθησης της εφαρμογής τους. Στα άρθρα 42- 45 του νόμου 4414/16 ρυθμίζονται θέματα σχετικά με την εκπόνηση και αναθεώρηση της ΕΣΠΚΑ και των Περιφερειακών Σχεδίων για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ), τα οποία με βάση τις κλιματικές συνθήκες και την τρωτότητα κάθε περιφέρειας θα καθορίσουν επακριβώς τους τομείς πολιτικής και τις γεωγραφικές ενότητες προτεραιότητας για λήψη εξειδικευμένων μέτρων. Συγκεκριμένα, από τον νόμο τίθενται οι ελάχιστες τεχνικές προδιαγραφές σχετικά με το περιεχόμενο των ΠεΣΠΚΑ. Η Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΕΣΠΚΑ) είναι διαθέσιμη εδώ.
Με την ΥΑ 11258 (ΦΕΚ 873/Β/16.03.2017) προσδιορίζονται οι επακριβείς προδιαγραφές περιεχομένου των ΠεΣΠΚΑ, σχετικά με τους στόχους τους, με την αναφορά δεδομένων από το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, με την εκτίμηση των αναμενόμενων κλιματικών μεταβολών και την ανάλυση της κλιματικής τρωτότητας επιμέρους τομέων και γεωγραφικών περιοχών, με την εκτίμηση των άμεσων και μακροπρόθεσμων επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών και με προτεινόμενα μέτρα και δράσεις για τους τομείς και τις περιοχές προτεραιότητας. Με την Υπουργική Απόφαση Υ.Α. 34768/2017 (ΦΕΚ Β/3246/15.7.2017) συστήθηκε και συγκροτήθηκε Εθνικό Συμβούλιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή. H εκπόνηση των ΠεΣΠΚΑ στις 13 περιφερειών της χώρας είναι ακόμη σε εξέλιξη.
Τον Δεκέμβριο του 2019 ψηφίστηκε το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) (ΦΕΚ 4893/Β΄/31-12-2019), το οποίο αποτελεί για την Ελληνική Κυβέρνηση ένα Στρατηγικό Σχέδιο για τα θέματα του Κλίματος και της Ενέργειας και παρουσιάζεται σε αυτό ένας αναλυτικός οδικός χάρτης για την επίτευξη συγκριμένων Ενεργειακών και Κλιματικών Στόχων έως το έτος 2030. Το ΕΣΕΚ παρουσιάζει και αναλύει Προτεραιότητες και Μέτρα Πολιτικής σε ένα ευρύ φάσμα αναπτυξιακών και οικονομικών δραστηριοτήτων καθιστώντας το κείμενο αναφοράς για την επόμενη δεκαετία. Συγκεκριμένα, όπως σημειώνεται σε εισαγωγικό κείμενο της απόφασης το ΕΣΕΚ, στο σύνολό του, καθορίζει σημαντικά φιλόδοξους εθνικούς ενεργειακούς και κλιματικούς στόχους έως το έτος 2030 ακόμα και από τους κεντρικούς Ευρωπαϊκούς στόχους που έχουν τεθεί στο πλαίσιο της Ενεργειακής Ένωσης και έρχεται να συμβάλει και στη νέα Πράσινη Συμφωνία που προωθείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία αναμένεται να ενσωματώσει τόσο νέους μηχανισμούς, όσο και χρηματοδοτικές προτεραιότητες για την υποστήριξη προς την ενεργειακή και κλιματική μετάβαση, με ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) είναι διαθέσιμο εδώ.
Ειδικότερα, σημειώνεται ότι το ΕΣΕΚ θέτει για το 2030: α) αρχικά για τα θέματα της Κλιματικής Αλλαγής και των εκπομπών σημαντικά υψηλότερο κεντρικό στόχο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, με μείωση που ανέρχεται σε πάνω από 42% σε σχέση με τις εκπομπές του έτους 1990 και σε πάνω από 56% σε σχέση με τις εκπομπές του έτους 2005, επιτυγχάνοντας να ξεπεράσει ακόμη και τους κεντρικούς ευρωπαϊκούς στόχους. β) για τις ΑΠΕ, σημαντικά υψηλότερο στόχο σε σχέση με το μερίδιο συμμετοχής στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας, αφού τίθεται πλέον στόχος για μερίδιο συμμετοχής κατ’ ελάχιστον στο 35% και επίσης υψηλότερο και από τον κεντρικό Ευρωπαϊκό στόχο για τις ΑΠΕ που είναι στο 32%. Αξίζει να επισημανθεί ο ενεργειακός μετασχηματισμός που θα επιτευχθεί στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής καθώς προβλέπεται το μερίδιο συμμετοχής των ΑΠΕ στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας να υπερβεί το 60%. γ) για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης υψηλότερο στόχο επίσης από τον αντίστοιχο Ευρωπαϊκό στόχο. Ειδικότερα, τίθεται ως ποσοτικός στόχος η τελική κατανάλωση ενέργειας το έτος 2030 να είναι χαμηλότερη από αυτή που είχε καταγραφεί κατά το έτος 2017, εκπληρώνοντας απόλυτα τον σχετικό Ευρωπαϊκό δείκτη για το μέτρο της φιλοδοξίας του ΕΣΕΚ. Επιπρόσθετα, επιτυγχάνεται ποιοτικά μία βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης στην τελική κατανάλωση ενέργειας κατά 38%, σύμφωνα με συγκεκριμένη ευρωπαϊκή μεθοδολογία, όπου ο αντίστοιχος κεντρικός ευρωπαϊκός στόχος ανέρχεται στο 32,5%. Το ΕΣΕΚ περιγράφει ένα σύνολο μέτρων για τη βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης με πιο εμφατικά αυτά στον κτιριακό τομέα και στον τομέα των μεταφορών.
Εμβληματικός στόχος του ΕΣΕΚ αποτελεί το πρόγραμμα για τη δραστική και οριστική μείωση του μεριδίου λιγνίτη στην ηλεκτροπαραγωγή, την απολιγνιτοποίηση δηλαδή, με εμπροσθοβαρές χρονικό πρόσημο κατά την επόμενη δεκαετία και την πλήρη απένταξη του από το εγχώριο σύστημα ηλεκτροπαραγωγής μέχρι το έτος 2028. Το ΕΣΕΚ παρουσιάζει και το χρονοδιάγραμμα απόσυρσης των λιγνιτικών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που βρίσκονται σήμερα σε λειτουργία και το οποίο ολοκληρώνεται έως το έτος 2023. Το πρόγραμμα της απολιγνιτοποίησης της εγχώριας ηλεκτροπαραγωγής προβλέπει και την παράλληλη υιοθέτηση ολοκληρωμένων προγραμμάτων για τη στήριξη των ελληνικών λιγνιτικών περιοχών για αυτή τη μετάβαση στη μεταλιγνιτική περίοδο. Στις 2 Οκτωβρίου 2020 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση το Master Plan – Σχέδιο Δίκαιης Αναπτυξιακής Μετάβασης για τις λιγνιτικές περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Μεγαλόπολης. Το υπό διαβούλευση Master Plan είναι διαθέσιμο εδώ.
Οι προτεραιότητες του ΕΣΕΚ είναι: η επιτάχυνση της ηλεκτρικής διασύνδεσης των νησιών, η καθυστερήσεις λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, η ενίσχυση των ενεργειακών διασυνδέσεων, η ανάπτυξη στρατηγικών έργων αποθήκευσης, η ψηφίοποίηση των δικτύων ενέργειας, η προώθηση της ηλεκτροκίνησης, η προώθηση νέων τεχνολογιών, η σύζευξη των τελικών τομέων, η ανάπτυξη νέων χρηματοδοτικών εργαλείων καθώς και πρωτοβουλίες σε θέματα έρευνας και καινοτομίας και ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Οι εφτά θεματικές ενότητες του ΕΣΕΚ είναι: 1. Κλιματική Αλλαγή, Εκπομπές και απορροφήσεις Αερίων του Θερμοκηπίου, 2. Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, 3. Βελτίωση ενεργειακής απόδοσης, 4. Ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού, 5. Αγορά ενέργειας, 6. Αγροτικός τομέας, Ναυτιλία, Τουρισμός (νέα θεματική ενότητα) και 7. Έρευνα, καινοτομία και ανταγωνιστικότητα.
H κλιματική αλλαγή επηρεάζει κυρίως και πολλαπλώς τον ενεργειακό τομέα, μέσω των αλλαγών στις ανάγκες θέρμανσης και ψύξης, τη μεταβολή των δυνατοτήτων προμήθειας ενέργειας και την ενδεχόμενη φθορά των ενεργειακών υποδομών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοχεύει στην ενίσχυση της ανθεκτικότητας των υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των ενεργειακών, προτείνοντας ένα στρατηγικό πλαίσιο για μια ανθεκτική ενεργειακή ένωση με μακρόπνοη πολιτική για την κλιματική αλλαγή. Η Οδηγία για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) έχει επίσης σαφείς προεκτάσεις για τα θέματα της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Σε εθνικό επίπεδο, στο πλαίσιο της Οδηγίας για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας έχει καταρτισθεί εθνικό σχέδιο δράσης και έχει προβλεφθεί νομοθετικά η επιτάχυνση της ανάπτυξης των ΑΠΕ με στόχο την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (νόμος 3851/2010, ΦΕΚ 85/Α’/ 4.6.2010). Τα κτήρια και γενικότερα οι υποδομές τίθενται σε διακινδύνευση από τις μεταβαλλόμενες κλιματικές συνθήκες και τα σχετιζόμενα ακραία καιρικά φαινόμενα. Σύμφωνα με την ευρωπαϊκή στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, είναι αναγκαία η επιθεώρηση των κτηρίων, ως προς την ανθεκτικότητα τους στις τρέχουσες και μελλοντικές επιπτώσεις που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, και η κατάλληλη αναβάθμιση τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει δημοσιεύσει κείμενο εργασίας για την καθοδήγηση της προσαρμογής των υποδομών. Η αύξηση του βαθμού ενεργειακής απόδοσης των κτηρίων που προβλέπεται από τις οδηγίες 2010/31/ΕΕ και 2012/27/ΕΕ σχετίζεται με την καλύτερη συνολική ανταπόκριση στις συνθήκες αυξημένων ενεργειακών αναγκών που αναμένονται εν όψει των κλιματικών μεταβολών. Στο πλαίσιο των επιταγών της οδηγίας 2012/27/ΕΕ έχει καταρτισθεί το 4ο Εθνικό Σχέδιο Δράσης Ενεργειακής Απόδοσης.
Η ποιότητα και διαθεσιμότητα του νερού αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό ζήτημα, το οποίο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί στο πλαίσιο της προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, το Ενωσιακό πλαίσιο τίθεται από την οδηγία 2000/60/ΕΚ (ΕΚ, 2000). Αν και η κλιματική αλλαγή δεν τυγχάνει ειδικής μνείας στην Οδηγία, η Λευκή Βίβλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή επισημαίνει την ανάγκη προώθησης στρατηγικών που ενισχύουν την ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή, μεταξύ άλλων με τη βελτίωση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων και των οικοσυστημάτων. Ως αποτέλεσμα των προβλεπόμενων δράσεων, έχει υιοθετηθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο έγγραφο καθοδήγησης, στο πλαίσιο της στρατηγικής κοινής εφαρμογής της οδηγίας 2000/60/ΕΚ, αναφορικά με τη συμβατότητα ως προς την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή των σχεδίων διαχείρισης σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού. Προτείνεται επίσης να λαμβάνεται υπόψη η κλιματική αλλαγή κατά την εφαρμογή της οδηγίας 2007/60/ΕΚ (ΕΚ, 2007) για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας. Σε εθνικό επίπεδο, για την επίτευξη της καλής κατάστασης των υδάτων απαιτείται η κατάρτιση και εφαρμογή Σχεδίων Διαχείρισης σε επίπεδο Λεκάνης Απορροής Ποταμού (ΣΔΛΑΠ). Τα Σχέδια Διαχείρισης περιγράφονται αναλυτικά στο Άρθρο 13 και στο παράρτημα VII της Οδηγίας 2000/60/ΕΚ και περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, προγράμματα μέτρων για την προστασία και αποκατάσταση των υδάτων, σύμφωνα με το Άρθρο 11 και το παράρτημα VI της Οδηγίας. Τα ΣΔΛΑΠ περιλαμβάνουν πληροφορίες που αφορούν στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και στις δυνατότητες προσαρμογής, όπως αποδοτική χρήση των υδάτων, διαχείριση της ζήτησης, παρατηρητήριο ξηρασιών, ανάπτυξη δεικτών και σχέδια διαχείρισης της ξηρασίας.
Η βιοποικιλότητα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση του κλίματος και κατά συνέπεια μπορεί να συμβάλει δραστικά στην αντιμετώπιση και στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή. Ταυτόχρονα όμως, είναι απαραίτητη η λήψη μέτρων προσαρμογής, μαζί με τις εξειδικευμένες προσεγγίσεις στα οικοσυστήματα για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Με στόχο την εξασφάλιση της επιβίωσης των πολυτιμότερων ειδών και οικοτόπων της Ευρώπης έχει δημιουργηθεί το οικολογικό δίκτυο Natura 2000, το οποίο βασίζεται στις οδηγίες 2009/14/ EK για τα πτηνά (τροποποίηση της παλαιότερης 79/409/ΕΟΚ) και 92/43/ΕΟΚ για τους οικοτόπους. Ως απόρροια της Λευκής Βίβλου για την κλιματική αλλαγή και της ευρωπαϊκής στρατηγικής για την προσαρμογή έχει εκδοθεί ευρωπαϊκό έγγραφο καθοδήγησης, σχετικά με την ένταξη των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, ως παράγοντα κατά τη διαχείριση του δικτύου Natura 2000. Επίσης, η ευρωπαϊκή στρατηγική για τη βιοποικιλότητα, αναγνωρίζει το ρόλο της κλιματικής αλλαγής στην απώλεια ειδών και την υποβάθμιση των οικοσυστημάτων. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με το νόμο 3937/11 για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας (ΦΕΚ 60/Α/31.3.2011), προβλέπεται η εκπόνηση, από το αρμόδιο υπουργείο, εθνικού σχεδίου προσαρμογής των δράσεων διαχείρισης οικοτόπων και ειδών χλωρίδας και πανίδας, ανάλογα με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Η πρόληψη και μείωση των επιπτώσεων στη βιοποικιλότητα λόγω της κλιματικής αλλαγής αναφέρεται ως γενικός στόχος στο σχέδιο δράσης που προτείνεται στην Εθνική Στρατηγική για τη Βιοποικιλότητα, για τα έτη 2014-2029 (εγκεκριμένη με την ΥΑ 40332, ΦΕΚ 2383/Β/8.9.2014).
Η επίδραση της κλιματικής αλλαγή στις βιοφυσικές διαδικασίες που ρυθμίζουν τη γεωργική παραγωγή είναι σύνθετη, καθώς η αύξηση της θερμοκρασίας, των ατμοσφαιρικών συγκεντρώσεων CO2 και της συχνότητας ακραίων καιρικών φαινομένων επηρεάζουν το φυσικό περιβάλλον και την ποιότητα/ απόδοση της παραγωγής τροφίμων. Το κύριο όργανο για την υποστήριξη του αγροτικού τομέα στην προσαρμογή στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι η αναθεωρημένη Κοινή Αγροτική Πολιτική (Common Agricultural Policy - CAP), για το 2014-2020. Οι κανόνες, η χρηματοδότηση, η διαχείριση και η παρακολούθηση της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής περιγράφονται στους κανονισμούς (ΕΕ) 1306/2013 και (ΕΕ) 1307/2013. Σύμφωνα με τους δύο πυλώνες της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, προβλέπεται η άμεση χρηματική ενίσχυση των αγροτών που εφαρμόζουν πρακτικές συμβατές με την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και επίσης η διάθεση του 30% του προϋπολογισμού κάθε προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης για μέτρα και επενδύσεις που επιφέρουν κλιματικό όφελος. Οι εθνικές επιλογές, τα διοικητικά μέτρα και οι διαδικασίες εφαρμογής, σχετικά με τις προβλέψεις των ευρωπαϊκών κανονισμών για την άμεση χρηματοδότηση των αγροτών στο πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, θεσμοθετούνται με την Υ.Ε. 104/7056 (ΦΕΚ 147/Β/22.1.2015). Στην Πράσινη Βίβλο για την αναθεώρηση της Κοινής Αλιευτικής Πολιτικής, προβλέπεται ότι η κλιματική αλλαγή θα επηρεάσει σημαντικά το θαλάσσιο περιβάλλον, καθώς τα θαλάσσια οικοσυστήματα και η βιοποικιλότητα, που υφίστανται ήδη πίεση από τη ρύπανση και την υπεραλίευση, θα επηρεαστούν περαιτέρω από τις υψηλότερες θερμοκρασίες και την οξίνιση. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα αλλαγές στην αναπαραγωγή και τους πληθυσμούς των ειδών, μεταβολές στις κατανομές των θαλάσσιων οργανισμών και μετατοπίσεις των κοινοτήτων πλαγκτόν. Καθορίζεται ότι η νέα Κοινή Αλιευτική Πολιτική πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο για τη διευκόλυνση των προσπαθειών προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, όσον αφορά τις επιπτώσεις στο θαλάσσιο περιβάλλον.
Οι παράκτιες περιοχές απειλούνται σημαντικά από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, καθώς η άνοδος της στάθμης των υδάτων δυνητικά θα προκαλέσει πλημμύρες, διάβρωση των ακτών και φθορά των παράκτιων οικοσυστημάτων. Οι συγκεκριμένοι κίνδυνοι στις Μεσογειακές περιοχές έχουν ληφθεί υπόψη στην απόφαση 2009/89/ΕΚ για την υπογραφή του πρωτοκόλλου Ολοκληρωμένης Διαχείρισης των Παράκτιων Ζωνών (ΟΔΠΖ) της σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου, το οποίο στοχοθετεί τη λήψη βιώσιμων μέτρων για τη μείωση του αρνητικού αντίκτυπου των φυσικών φαινομένων. Με τη σύσταση 2002/413/ΕΚ, αναγνωρίζεται, μεταξύ άλλων, η απειλή που συνιστούν οι κλιματικές μεταβολές για τις παράκτιες ζώνες και οι κίνδυνοι που συνεπάγεται η άνοδος της στάθμης των θαλασσών, καθώς και η αυξανόμενη συχνότητα και βιαιότητα των καταιγίδων, και καλούνται τα κράτη μέλη να αναπτύξουν εθνικές στρατηγικές για την εφαρμογή των αρχών της ΟΔΠΖ.
Κατά τα πρόσφατα έτη, τα ευρωπαϊκά κράτη έχουν δοκιμασθεί από ευρέως φάσματος φυσικές καταστροφές, όπως πλημμύρες, δασικές πυρκαγιές και φαινόμενα λειψυδρίας και ξηρασίας. Τα συγκεκριμένα φαινόμενα, τα οποία συγκαταλέγονται μεταξύ των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής, είναι ιδιαίτερα επιζήμια για τον άνθρωπο, το περιβάλλον και την οικονομία. Κατά συνέπεια, οι ευρωπαϊκές πολιτικές που αναπτύσσονται για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων τους, εμφανίζουν και τη διάσταση της προσαρμογής στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Σε αυτήν την κατεύθυνση βρίσκονται η οδηγία 2007/60/ΕΚ για την αξιολόγηση και τη διαχείριση των κινδύνων πλημμύρας, η ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την αντιμετώπιση του προβλήματος της λειψυδρίας και της ξηρασίας και η απόφαση 1313/2013/ΕΕ περί μηχανισμού πολιτικής προστασίας. Στην Ελλάδα, στο πλαίσιο εφαρμογής της οδηγίας 2007/60/ ΕΚ, η οποία ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με την ΚΥΑ 31822/1542/Ε103 (ΦΕΚ 1108/Β/21.7.2010), έχουν υποβληθεί στην ΕΕ η έκθεση Προκαταρκτικής Αξιολόγησης Κινδύνων Πλημμύρας και έχει ολοκληρωθεί ο προσδιορισμός των Ζωνών Δυνητικά Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας στα 14 Υδατικά Διαμερίσματα.
Η κλιματική αλλαγή αναμένεται να δημιουργήσει πρόσθετη διακινδύνευση για την υγεία και να ενισχύσει την ήδη υπάρχουσα. Άμεσες και έμμεσες επιπτώσεις θα προκύψουν για την υγεία του ανθρώπου και των άλλων έμβιων οργανισμών. Οι άμεσες επιπτώσεις σχετίζονται με τη μεταβολή της έντασης και συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων (π.χ. κύματα καύσωνα και πλημμύρες), ενώ οι έμμεσες επιπτώσεις θα γίνουν αισθητές με την αύξηση του επιπολασμού ασθενειών που μεταδίδονται από έντομα και τρωκτικά ή σχετίζονται με την ποιότητα του νερού, των τροφίμων και του αέρα. Με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή, διαβιβάζεται και έγγραφο εργασίας σχετικά με τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην υγεία και τις δυνατότητες αντιμετώπισής τους.