ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ

Στις 4 Μαρτίου 2020 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατέθεσε πρόταση Κανονισμού για τον πρώτο Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα («Πρόταση ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για τη θέσπιση πλαισίου με στόχο την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999») Η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα είναι αναπόσπαστο τμήμα της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Με τον Νόμο αυτόν προτείνονται για πρώτη φορά δεσμευτικοί κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής σε όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας ως το 2050. Έτσι, μέσω του προτεινόμενου νόμου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θέτει τον νομικά δεσμευτικό στόχο για μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου έως το 2050 για όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ. Ο Ευρωπαϊκός Νόμος για το Κλίμα δεν αποτελεί ακόμη ισχύον Δίκαιο, καθώς η νομοθετική διαδικασία είναι σε εξέλιξη. Στις 8 Οκτωβρίου 2020 δημοσιεύθηκαν οι Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επί της Πρότασης Κανονισμού και το θέμα έχει ήδη αναπεμφθεί για διοργανικές διαπραγματεύσεις. Με τις τροπολογίες του στο κείμενο του Νόμου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εισηγείται ένα ακόμη πιο προωθημένο πλαίσιο δράσης για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα. Η Πρόταση Κανονισμού (ΕΕ) για έναν Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα είναι διαθέσιμη εδώ. Οι Τροπολογίες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2020 στην Πρόταση Κανονισμού (ΕΕ) για έναν Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα είναι διαθέσιμη εδώ.
Ο Ευρωπαϊκός Νόμος για το Κλίμα προβλέπει τη μείωση των εκπομπών ρύπων της Ένωσης μέχρι το 2030 κατά τουλάχιστον 55 % σε σύγκριση με το 1990 (άρ. 2α Πρότασης Κανονισμού). Με ψήφιση σχετικής τροπολογίας η ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου πρότεινε την αύξηση του ποσοστού αυτού σε 60% (υπ’ αριθμ. 100, 148 και 150 Τροπολογίες ΕΚ). Για την επίτευξη του στόχου αυτού η Επιτροπή θα αξιολογήσει έως τις 30 Ιουνίου 2021 τους τρόπους με τους οποίους θα πρέπει να τροποποιηθεί η Ενωσιακή νομοθεσία σε μία σειρά τομείς που άπτονται της εκπλήρωσης του κλιματικού στόχου της Ένωσης για το 2030, και θα προβεί σε νομοθετικές προτάσεις αναφορικά με την κυκλική οικονομία και τη μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου.
Η κλιματική ουδετερότητα συνεπάγεται τόσο τη μείωση των εκπομπών νέων ρύπων όσο και τη μεγαλύτερη απορρόφηση των υφιστάμενων ρύπων με στόχο την επίτευξη καθαρών μηδενικών εκπομπών ρύπων. Στον Ευρωπαϊκό Κλιματικό Νόμο ο στόχος της κλιματικής ουδετερότητας επιδιώκεται κυρίως μέσω επενδύσεων σε πράσινες τεχνολογίες και προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Η Πρόταση Κανονισμού έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει ότι όλες οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου αυτού και ότι όλοι οι βασικοί τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας θα ανταποκριθούν (ενδεικτικά, οι τομείς της ενέργειας, της βιομηχανίας, των μεταφορών, της θέρμανσης και ψύξης, των κατασκευών, της γεωργίας, των αποβλήτων και ο τομέας της χρήσης γης, της αλλαγής στη χρήση γης και της δασοκομίας).
Σύμφωνα με τις διατάξεις της Πρότασης Κανονισμού της Επιτροπής για τον «Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα» τα κράτη μέλη, όπως και η Ένωση, θα πρέπει να καταρτίσουν εθνικά σχέδια προσαρμογής στην κλιματική κρίση. Στα σχέδια αυτά τα κράτη-μέλη, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, καλούνται να αποτυπώσουν μέτρα για να βελτιώσουν την προσαρμοστική τους ικανότητα, να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και να μειώσουν την ευπάθεια στην κλιματική αλλαγή, καθώς και να μεγιστοποιήσουν τα παράλληλα οφέλη με άλλες περιβαλλοντικές πολιτικές και την περιβαλλοντική νομοθεσία. Ειδικότερα, τα κράτη-μέλη πρέπει να θεσπίσουν ολοκληρωμένες εθνικές στρατηγικές και σχέδια προσαρμογής για την επίτευξη των στόχων της Ένωσης για το κλίμα, η αποτελεσματικότητα των οποίων θα αξιολογείται από την Επιτροπή και σε περίπτωση που δεν συνάδουν με αυτούς προβλέπεται διαδικασία έκδοσης συστάσεων.
Η κλιματική αλλαγή είναι εξ ορισμού διασυνοριακή πρόκληση και απαιτείται συντονισμένη δράση σε επίπεδο Ένωσης για την αποτελεσματική συμπλήρωση και ενίσχυση των εθνικών πολιτικών. Με τον «Ευρωπαϊκό Νόμο για το Κλίμα» προτείνονται μέτρα για την παρακολούθηση της συλλογικής προόδου του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας, καθώς και της ανάλογης προσαρμογής των δράσεων της Επιτροπής μέσω υφιστάμενων συστημάτων, όπως η διαδικασία διακυβέρνησης για τα εθνικά σχέδια των κρατών μελών για το κλίμα, οι τακτικές εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος και τα τελευταία επιστημονικά στοιχεία για την κλιματική αλλαγή. Αρχής γενομένης από τον Σεπτέμβριο 2023 η σχετική πρόοδος θα επανεξετάζεται περιοδικά όσον αφορά τη συνέπεια και την επάρκεια των ενωσιακών μέτρων που λαμβάνονται (ανά πενταετία σύμφωνα με την Πρόταση της Επιτροπής – ανά διετία σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 80 Τροπολογία του ΕΚ). Στο πλαίσιο εισήγησης πιο προωθημένων θέσεων και δράσεων το ΕΚ με τις Τροπολογίες 57 και 76 Τροπολογίες ΕΚ (σ.σ. εισάγει στο κείμενο την Αιτ. Σκέψη 18β και το άρθρο 2β αντίστοιχα) εισάγει τις υποχρεώσεις δημιουργίας συμβουλευτικών φορέων των κρατών μελών για το κλίμα και θέσπισης Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή. Ειδικότερα: 1. Οι συμβουλευτικοί φορείς θα είναι αρμόδιοι, μεταξύ άλλων, για την παροχή εξειδικευμένων επιστημονικών συμβουλών σχετικά με την εθνική κλιματική πολιτική και έως τις 30/6/2021 όλα τα κράτη μέλη οφείλουν να κοινοποιήσουν στην Επιτροπή τον εθνικό ανεξάρτητο συμβουλευτικό φορέα τους για το κλίμα. Τα κράτη μέλη πρέπει να υποστηρίξουν την επιστημονική ανεξαρτησία και αυτονομία του εθνικού τους ανεξάρτητου συμβουλευτικού φορέα για το κλίμα και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα που θα του επιτρέπουν να λειτουργεί με πλήρη διαφάνεια και να δημοσιοποιεί τα πορίσματά του. 2. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για την Κλιματική Αλλαγή (ECCC) θα αποτελεί μόνιμη, ανεξάρτητη, διεπιστημονική συμβουλευτική επιτροπή για την κλιματική αλλαγή, η οποία θα ακολουθεί τα πλέον πρόσφατα επιστημονικά πορίσματα όπως διατυπώνονται από την IPCC και προβλέπεται να συγκροτηθεί έως τις 30/6/2022 από την Επιτροπή σε συνεργασία με τους εθνικούς συμβουλευτικούς φορείς για το κλίμα. Το ECCC θα συμπληρώνει το έργο του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (EEA) και των υφιστάμενων ερευνητικών ιδρυμάτων και οργανισμών της Ένωσης.
Οι πολίτες και οι κοινότητες έχουν σημαντικό ρόλο στην προώθηση του μετασχηματισμού προς την κλιματική ουδετερότητα και πρέπει να διευκολυνθεί η ισχυρή δημόσια και κοινωνική δραστηριοποίηση στις δράσεις για το κλίμα. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η Επιτροπή θα πρέπει να συνεργάζεται με όλα τα μέρη της κοινωνίας (συμπεριλαμβανομένων των τοπικών και περιφερειακών αρχών), προκειμένου να τους δοθεί η δυνατότητα και η δύναμη να αναλαμβάνουν δράση προς μια κοινωνία κλιματικά ουδέτερη και ανθεκτική στην κλιματική αλλαγή, παρέχοντας μια διαδικασία διαφανή, χωρίς αποκλεισμούς και με πρόσβαση για όλους, σε όλα τα επίπεδα. Σε αυτή την κατεύθυνση στην υπ’ αριθμ. 80 Τροπολογία ΕΚ προβλέπεται η θέσπιση Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το κλίμα με σκοπό να εξασφαλιστεί η συμμετοχή των πολιτών, των κοινωνικών εταίρων και των ενδιαφερόμενων μερών στη διαμόρφωση ενωσιακών πολιτικών για το κλίμα και να προωθηθούν ο διάλογος και η διάδοση επιστημονικά τεκμηριωμένων πληροφοριών, καθώς και η ανταλλαγή βέλτιστων πρακτικών για πρωτοβουλίες που αφορούν στο κλίμα. Δεδομένου ότι στην υπ’ αριθμ. 20 Αιτιολογική Σκέψη της Πρότασης Κανονισμού της Επιτροπής η θέσπιση Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το κλίμα αναφέρεται ως ενδεικτικός τρόπος ενίσχυσης της συμμετοχής της κοινωνίας κρίνεται ιδιαίτερα πιθανό να γίνει δεκτή η αν λόγω Τροπολογία.